Η γιαγιά Μαρούλα και οι καλικάντζαροι

του Αντώνη Ρεπανά

Η φωτιά στο τζάκι είχε δυναμώσει. Oι φλόγες, χόρευαν πάνω στα ξύλα και έφταναν τόσο ψηλά που έγλυφαν τα τούβλινα τοιχώματα του. Ήταν αργά το βράδυ και το μόνο που ακούγονταν στο σπίτι της γιαγιάς Μαρούλας, ήταν το ρυθμικά επαναλαμβανόμενο τρίξιμο από την κουνιστή της πολυθρόνα. Η ζεστασιά είχε απλωθεί σε όλο το δωμάτιο. Μόνον οι φλόγες από το τζάκι φώτιζαν το ευρύχωρο καθιστικό. Ήταν Χριστούγεννα και η γιαγιά Μαρούλα, ήταν και φέτος πολύ προβληματισμένη. Το παράθυρο στην κουζίνα ήταν μισάνοιχτο, παρά το τσουχτερό κρύο. Επάνω στο τραπέζι, τα τηγανόψωμα μοσχομύριζαν, ενώ από τον φούρνο η μυρωδιά από τα μελομακάρονα ταξίδευε μέχρι τον χιονισμένο κήπο. Η γιαγιά περίμενε υπομονετικά όλο το βράδυ, όπως κάθε χρόνο την ίδια μέρα, όμως μάταια. Εδώ και χρόνια, επαναλαμβάνονταν η ίδια ιστορία. Τα τηγανόψωμα στο τραπέζι, τα μελομακάρονα στον φούρνο, το παράθυρο ανοικτό, όμως στο φρέσκο χιόνι δεν υπήρχε ούτε ένα σημάδι. Ούτε μια πατημασιά. Τι σημάδι; Θα αναρωτηθείτε. Τι πατημασιά νυχτιάτικα μέσα στον άγριο χειμώνα; Μα φυσικά ένα σημάδι και μια πατημασιά καλικάντζαρου.

Η γιαγιά Μαρούλα, δεν ήταν μια τυχαία γιαγιά. Ήταν η πιο φημισμένη. Η πιο διαβόητη κυνηγός καλικάντζαρων σε ολόκληρο τον πλανήτη. Σε όλη της την ζωή, κάθε Χριστούγεννα, έστηνε παγίδες σε καλικάντζαρους και καλικαντζαράκια. Το όνομα της ήταν γνωστό και στον πάνω αλλά και στον κάτω κόσμο. Ο αρχηγός των καλικάντζαρων μάλιστα, είχε γεμίσει με αφίσες της, όλες τις σπηλιές και τις σήραγγες του κάτω κόσμου. Μέχρι και στο δέντρο της γης είχε κολλήσει την φωτογραφία της, προκειμένου οι καλικάντζαροι να την αναγνωρίζουν και να την αποφεύγουν. Όλα αυτά όμως συνέβαιναν πριν από πολλά πολλά χρόνια. Τότε που δεν υπήρχαν τόσο μεγάλες πόλεις. Τότε που τα δάση ήταν περισσότερα και τα χωριά τα διέτρεχαν μόνον καλντερίμια. Τότε που οι μετακινήσεις γίνονταν με άλογα και ο κόσμος περπατούσε με τα πόδια. Μόλις ο «πολιτισμός» άρχισε να καταβροχθίζει την φύση, άρχισαν να μειώνονται και οι εμφανίσεις των καλικάντζαρων.

«Είναι μια ακόμη μεγάλη επιτυχία των επιτευγμάτων της εξέλιξης και του πολιτισμού» περηφανεύονταν ο δήμαρχος του χωριού. «Με τις κατασκευές μας, εξαφανίσαμε τα δαιμόνια και τους καλικάντζαρους» διατείνονταν ο πρωθυπουργός της χώρας και όλες οι προοδευτικές δυνάμεις του κράτους αλληλοσυγχαίρονταν για την μεγάλή επιτυχία. Η γιαγιά Μαρούλα όμως, ήξερε ότι οι καλικάντζαροι δεν επρόκειτο να εξαφανιστούν από τη γη αν δεν ολοκλήρωναν πρώτα το απαίσιο έργο τους. Την καταστροφή δηλαδή της γης, αφού είναι γνωστό σε όλους, ότι οι καλικάντζαροι ζουν στον κάτω κόσμο και όλο το χρόνο έχουν ως μοναδικό τους μέλημα, να ροκανίζουν το δέντρο της γης, προκειμένου να το κόψουν. Μόνον τα Χριστούγεννα ανεβαίνουν στον πάνω κόσμο, για να πειράξουν τους ανθρώπους και να μαγαρίσουν τα φαγητά που μαγειρεύουν για τις γιορτές. Τότε, το δέντρο της γης θρέφει και πάλι και έτσι οι καλικάντζαροι, είναι υποχρεωμένοι να αρχίσουν από την αρχή το μοχθηρό έργο τους. Η γιαγιά Μαρούλα όμως, γνωρίζει πόσο επίμονα δαιμόνια είναι και γι αυτό κάθε Χριστούγεννα, παρά την αιφνίδια εξαφάνιση τους, συνεχίζει να στήνει τις παγίδες της, περιμένοντας να πιάσει κάποιον καλικάντζαρο προκειμένου να μάθει τι ακριβώς έχει συμβεί.

Φέτος, έφτιαξε περισσότερα τηγανόψωμα και στον φούρνο με τα μελομακάρονα, έχει βάλει έναν ανεμιστήρα, ώστε η μυρωδιά να φτάνει ακόμη πιο μακριά. Βαθιά μέσα στο δάσος.

Το ρολόι του τοίχου χτύπησε μεσάνυχτα και από την κουζίνα ακούστηκε το παράθυρο να τρίζει. Κρύος ιδρώτας διαπέρασε την ραχοκοκαλιά της. Σταμάτησε απότομα να κουνά την πολυθρόνας της. Για λίγα λεπτά δεν ακούγονταν τίποτε. Ούτε καν η αναπνοή της. Σηκώθηκε προσεκτικά από την θέση της και πλησίασε την πόρτα της κουζίνας. Στάθηκε από έξω και αφουγκράστηκε. Κάποιος έτρωγε με λαιμαργία τα τηγανόψωμα και μούγκριζε από ευχαρίστηση καθώς τα δόντια του χτυπούσαν μεταξύ τους και τριβόντουσαν. Σήκωσε το χέρι της και έπιασε μια λαβή που βρίσκονταν στα δεξιά της πόρτας. Την τράβηξε με δύναμη και το παράθυρο της κουζίνας έκλεισε με θόρυβο. Όρμηξε μέσα και άναψε το φως. Ένας μικροκαμωμένος αλλά καλοντυμένος μελαψός άνδρας, καθόταν στο τραπέζι και καταβρόχθιζε τα τηγανόψωμα. Το κουστούμι του ήταν πανάκριβο, αλλά είχε γεμίσει πλέον με ψίχουλα και μέλια. Τα μέχρι πριν από λίγο καλοχτενισμένα του μαλλιά είχαν ανακατευθεί ενώ τα δάκτυλα των ποδιών του, μαύρα με νύχια και με τρίχες είχαν σκίσει τα ακριβά παπούτσια του και καρφώνονταν στο ξύλινο πάτωμα.

«Βρε βρε! καλώς τονα κι ας άργησε» είπε η γιαγιά Μαρούλα, σφίγγοντας στο χέρι της ένα μεγάλο πλάστη. «Σας παρακαλώ κυρία μου μην εξάπτεστε δεν είναι αυτό που νομίζετε» είπε ο μικρόσωμος άνδρας και βάλθηκε να σκουπίζει τα χέρια του στο τραπεζομάντιλο. Τράβηξε τα πόδια του κάτω από το τραπέζι ώστε να κρύψει τα νύχια και τα δάκτυλα που προεξείχαν και πήρε ένα μπλαζέ υπεροπτικό ύφος. «Λέγομαι Φιλώτας Αρχικάντζαρος και είμαι σύμβουλος προόδου και εξέλιξης, σε μια από τις μεγαλύτερες εταιρίες χρηματοδότησης νέων επιχειρηματιών. Βρίσκομαι στο χωριό σας, προκειμένου να προσφέρω στους νέους της περιοχής, χρηματοδότηση, ώστε να αναπτύξουν νέες δραστηριότητες και να εξελιχθούν επιχειρηματικά. Να κατασκευάσουν εργοστάσια, βιοτεχνίες, δρόμους κτίρια και πλατείες με καφετέριες, εστιατόρια και άλλα πολλά. Εκεί θα υπάρχουν βέβαια και μερικά περβάζια με πράσινο, αφού στηρίζουμε την οικολογία, στα οποία φυσικά τα παιδιά θα απαγορεύεται να πατάνε και να παίζουν προκειμένου να διαφυλάξουμε την φύση για τις επερχόμενες γενιές» είπε με στόμφο ο Φιλώτας Αρχικάντζαρος.

«Τα λες πολύ καλά» του είπε η γιαγιά Μαρούλα, πιάνοντας τον από τον ώμο και σπρώχνοντας τον για να καθίσει και πάλι στο τραπέζι. «Δεν είδα όμως να τρως μελομακάρονα. Ούτε φοινίκια. Δεν άγγιξες ούτε τον μπακλαβά, ενώ οι κουραμπιέδες μου είναι άθικτοι. Α! όλα κι όλα. Θα σε μαλώσω. Δεν μπορεί να έρθει στο σπίτι μου ένας τόσο λογικός και προοδευτικός άνθρωπος και να μην δοκιμάσει όλα τα γλυκά μου» συμπλήρωσε επιτακτικά και έσπρωξε μπροστά στον «σύμβουλο προόδου και εξέλιξης» όλα τα πιάτα. Τα μάτια του γυάλισαν, ενώ τα νύχια του βγήκαν και πάλι έξω από τα παπούτσια. Άρχισε να τρώει με λαιμαργία, ενώ η γιαγιά Μαρούλα τον κοιτούσε εξεταστικά. Κάτι της θύμιζε, αλλά δεν ήξερε τι. Τον είχε δει στην τηλεόραση; Εκεί που κουστουμαρισμένοι «σοφοί» δίνουν λύσεις για όλους και για όλα; Ήταν γείτονας της; Τον είχε δει σε κάποια εφημερίδα; Δεν μπορούσε να καταλάβει, μέχρι που πρόσεξε τα νύχια των ποδιών του που είχαν βγει έξω από τα παπούτσια.

Μα βέβαια, αυτός ήταν. Ο αρχηγός των καλικάντζαρων. Τον είχε συναντήσει πολλές φορές στο παρελθόν, όταν έστηνε παγίδες μέσα στο δάσος και γύρω γύρω από το χωριό. Δεν είχε καταφέρει ποτέ να τον πιάσει, επειδή ήταν γρήγορος και πονηρός, ενώ το προστάτευαν και όλοι οι σύντροφοι του. Το μυστήριο με την εξαφάνιση αυτών των μικρών δαιμόνων, είχε αρχίσει να ξεκαθαρίζει. Χρειαζόταν όμως μια μαρτυρία για να είναι σίγουρη. «Συνεχίστε να τρώτε κύριε Φιλώτα μου» είπε η γιαγιά. «Εγώ πάω να φέρω μερικά ξερά σύκα που έχω με καρύδια και επιστρέφω».

Έτρεξε γρήγορα στο δωμάτιο της. Πήρε τον μεγάλο σταυρό από το εικονοστάσι και ένα παγουράκι με αγίασμα. Επέστρεψε στην κουζίνα, και σφάλισε την πόρτα πίσω της. «Λοιπόν κύριε Φιλώτα τι άλλα νέα;» ρώτησε η γιαγιά κρύβοντας πίσω από την πλάτη της τον σταυρό και το αγίασμα. «Τίποτα σημαντικό» γρύλισε εκείνος που είχε «μεθύσει» από τα γλυκά και τις λιχουδιές.

«Μήπως έχετε ακούσει κύριε Φιλώτα μου για τον θρύλο των καλικάντζαρων;» συνέχισε η γιαγιά Μαρούλα πλησιάζοντας το δαιμόνιο. Εκείνος γύρισε και την κοίταξε με τα μάτια του που είχαν γίνει πλέον κόκκινα και στρογγυλά. «Φυσικά και έχω ακούσει, όπως έχεις ακούσει και εσύ γιαγιά Μαρούλα» γρύλισε και σηκώθηκε όρθιος. Δεν ήταν πλέον ο καλοντυμένος μελαψός ανθρωπάκος. Ήταν ο αρχηγός των καλικάντζαρων και είχε πάρει την πραγματική αποκρουστική μορφή του. «Άσε με να φύγω γριά γιατί έχω πολλά να κάνω ακόμη» της φώναξε και συνέχισε: «Πόσο χαζοί ήμασταν τόσα χρόνια. Ροκανίζαμε το δέντρο της γης για να σας καταστρέψουμε, όμως δεν τα καταφέρναμε. Τελικά προβληματιστήκαμε και σκεφτήκαμε. Σας μελετήσαμε και αποφασίσαμε να αλλάξουμε τρόπο δράσης. Όπως όλα δείχνουν αυτή τη στιγμή, κάναμε την καλύτερη επιλογή. Το δέντρο της ζωής βρίσκεται ακόμη στον κάτω κόσμο και μέχρι τώρα, έχει γίνει θεόρατο. Δεν μας ενδιαφέρει όμως αυτό. Μπορούμε να καταστρέψουμε πολύ πιο εύκολα τη γη ζώντας εδώ ανάμεσα σας στον επάνω κόσμο. Δεν έχουμε παρά να εκμεταλλευτούμε τις ατέλειες και τις αδυναμίες σας. Δεν έχουμε παρά να βαφτίσουμε «πρόοδο» την καταστροφή των δασών. Δεν έχουμε παρά να βαφτίσουμε «ευημερία» τις νέες θέσεις εργασίας που δίνουν τα μεγάλα εργοστάσια. Το μόνο εμπόδιο που έχουμε, είναι τα παιδιά. Τους μεγάλους, τους καταφέρνουμε. Είτε με τεχνητές ανάγκες που τους δημιουργούμε, είτε με φοβίες που τους εμφυτεύουμε τους κρατάμε υπόδουλους. Τα παιδιά όμως, όσες τσιμεντένιες πλατείες και να τους φτιάξεις, εκείνα πηγαίνουνε στα χόρτα και τα λουλούδια. Όσα παιχνίδια και να τους δώσεις, εκείνα προτιμούν να σκαρφαλώσουν σε ένα δέντρο. Να μυρίσουν ένα λουλούδι και να εξερευνήσουν τα μυστικά της φύσης. Γελάνε όταν βλέπουν μια πεταλούδα να πετά και κατσουφιάζουν όταν ένα κτίριο τους κρύβει τη θέα από τα σύννεφα που τρέχουν στον ουρανό. Χαίρονται στη θέα ενός αδέσποτου και τρομάζουν όταν ένα αυτοκίνητο περνά με ταχύτητα από πλάι τους. Δυστυχώς δεν έχουμε καταφέρει να καθοδηγήσουμε τα δικά τους «θέλω» και «πρέπει». Μόλις το πετύχουμε και αυτό, η γη θα φτάνει στο τέλος της» ολοκλήρωσε ο αρχηγός των καλικάντζαρων και ξέσπασε σε ένα τρανταχτό γέλιο. Ξαφνικά, τα άσπρα μυτερά του δόντια άστραψαν. Τα μάτια του πέταξαν σπίθες και τέντωσε τα βρώμικα τριχωτά χέρια του με τα μακριά νύχια για να προστατέψει το πρόσωπο του. Η γιαγιά Μαρούλα με τον σταυρό στο ένα χέρι και τον αγιασμό στο άλλο τον έρανε λέγοντας την προσευχή της. Ο αρχηγός των καλικάντζαρων τσίριξε και έπεσε στο πάτωμα. Σε λίγα λεπτά, είχε εξαφανιστεί μέσα σε ένα σύννεφο καπνού.

Η γιαγιά Μαρούλα πλέον ήξερε. Ήξερε γιατί οι ιστορίες και οι παραδόσεις για τους καλικάντζαρους είχαν ξεφτίσει. Ήξερε γιατί τα δαιμόνια είχαν πλέον εξαφανιστεί. Δεν τα εξαφάνισε η «πρόοδος» και ο «πολιτισμός». Οι καλικάντζαροι ήταν πίσω από την «εξέλιξη» με τις τσιμεντένιες πόλεις. Πίσω από την «πρόοδο» με τα ρυπογόνα εργοστάσια. Πίσω από την εικόνα της «επιτυχίας» με την κατανάλωση τόσων και τόσων άχρηστων προϊόντων. Ο αρχηγός των καλικάντζαρων, άθελα του είχε δώσει τη λύση στο πρόβλημα. Η λύση ήταν τα παιδιά. Αυτά δεν έπρεπε να αλλάξουν. Τα παιδιά έπρεπε να ηγηθούν της αντίστασης. Μόνον τότε οι καλικάντζαροι θα επέστρεφαν στον κάτω κόσμο. Η γιαγιά Μαρούλα, από τότε έπαψε να στήνει παγίδες για καλικάντζαρους. Άρχισε να περιοδεύει τον κόσμο και να διηγείται αυτή την ιστορία στα παιδιά. Και έβλεπε με μεγάλη χαρά τα χαμόγελα στα πρόσωπα τους όταν τους έλεγε ότι κάνουν πολύ καλά που πατάνε το πράσινο στις πλατείες. Ότι κάνουν πολύ καλά να σκαρφαλώνουν στα δέντρα και να μυρίζουν τα λουλούδια. «Τα πάρκα και οι πλατείες δεν είναι μουσεία για να βλέπετε ως εκθέματα το πράσινο, τα φυτά και τα λουλούδια. Είναι μέρη που φτιάχτηκαν για να τα ζείτε. Πείτε «όχι» στους καλικάντζαρους του καθωσπρεπισμού. Τρέξτε στο χορτάρι και παίξτε στις πρασινάδες. Μόνον έτσι θα διώξουμε τους καλικάντζαρους και πάλι στον κάτω κόσμο. Και μόλις πάνε εκεί, γνωρίζω πολύ καλά τι θα τους κάνω» συνήθιζε να τους λέει κλείνοντας το μάτι της με νόημα. Και όσο τα παιδιά συνέχισαν να ζουν πλάι στη φύση, ζούσαμε εμείς καλά και αυτά καλύτερα.

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

12 Responses to Η γιαγιά Μαρούλα και οι καλικάντζαροι

  1. Ο/Η Ελενα Βρεττού λέει:

    Νομίζω ότι είναι ένα αρκετά ενδιαφέρον και πολύ διδακτικό παραμύθι. Θέλει όμως λίγη μαγεία ακόμα , προς το τέλος, να μείνει το άρωμα του ονείρου και να συνεχίσει να «δουλεύει» στα παιδικά μυαλά. Μπράβο σας!

    • Ο/Η Αντώνης Ρεπανάς λέει:

      Ευχαριστώ πολύ. Έχετε δίκιο. Δυστυχώς, όταν γράφω παραμύθια με συνεπαίρνει η ιστορία και το φτάνω μέχρι το τέλος αποκαλύπτοντας το νόημα ή τον στόχο. Μου το λένε πολλοί ότι θα πρέπει να σταματάω και να αφήνω τα παιδιά να αποκαλύψουν το νόημα για να παραμένει και η μαγεία.

  2. Ο/Η Maria Georgiadou λέει:

    Εξαιρετικό! Μπράβο Αντώνη!!!

  3. Ο/Η Μαγγαναρης Νικος λέει:

    Τωρα καταλαβαινω γιατι παντα εισαι τοσο γελαστος,χαρουμενος και αισιοδοξος.
    Γιατι τη λυση την εχεις παντα εσυ στα χερια σου με το μολυβι σου το μαγικο.
    Ζωγραφιζεις την…κοσμαρα σου,χωνεις και μια πορτουλα,την ανοιγεις και τσουπ.
    Φετος χωραω και γω για στρωματσαδα κατω απ’το δεντρο;

  4. Ο/Η Στεφανάκης Αναστάσης λέει:

    Aντώνη πραγματικά το απόλαυσα,είναι ένα ταλέντο που θα κάνει πολλά παιδάκια ευτυχισμένα αν το εκμεταλλευτείς…
    Είναι παραμύθια για μικρούς και μεγάλους όπως κατάλαβα….
    Και το μήνυμα που περνάει στο τέλος είναι πολύ όμορφο…
    Καλή συνέχεια Αντώνη μου,εγώ και οι ανιψιές μου θα περιμένουμε και τα επόμενα….!!!

  5. Ο/Η ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΖΑΧΑΡΟΥΛΗΣ λέει:

    Τέλειο …ευχαριστούμε πολύ !!!!!

  6. Ο/Η Χρύσα Ορφανού λέει:

    Είμαι μέλος θεατρικής ομάδας στην Κω και παρουσιάσαμε το παραμύθι σας στα παιδια 2 φορές και πήγε καταπληκτικά. Επέλεξα το παραμύθι σας γιατί πέρα απο το παραδοσιακό στοιχείο , περιέχει και ενα καταπληκτικό μύνημα . Θέλω να σας συγχαρώ και περιμένω το επόμενο με ανυπομονησία. Σας ευχαριστούμε πολύ για τις στιγμές που μας χαρήσατε!!!!!!!!!!

    • Ο/Η Αντώνης Ρεπανάς λέει:

      Χαίρομαι πάρα πολύ που σας άρεσε. Σας στέλνω ακόμη ένα. Αυτό το ανέβασε ο Αρκτούρος στο περσινό του Newsletter.

      O ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΑΗ ΒΑΣΙΛΗΣ

      Στο εργαστήρι του Άγιου Βασίλη στον Βόρειο Πόλο, επικρατούσε οργασμός. Όλοι δούλευαν πυρετωδώς για να ετοιμάσουν τα δώρα των παιδιών του κόσμου ενόψει της παραμονής της Πρωτοχρονάς. Ακόμη και ο ίδιος ο Άγιος Βασίλης ήταν τόσο απασχολημένος που δεν είχε χρόνο ούτε για την αγαπημένη του εγγονούλα, την μικρή Αμυρσώ. Η Αμυρσώ, που βαριόταν μόνη της, ψάχνοντας στην βιβλιοθήκη του παππού της, βρήκε ένα άλμπουμ με φωτογραφίες που έγραφε από έξω: «Προ 1930 εποχή». Φύσηξε την σκόνη που είχε καθίσει επάνω στο χοντρό εξώφυλλο και το άνοιξε. «Αχ! Ποίος είναι αυτός;» φώναξε σαστισμένη. Κοίταξε πιο προσεκτικά και είδε ότι στις φωτογραφίες που είχε μπροστά της, απεικονίζονταν ο παππούς της. Με το ίδιο χαμόγελο, με την ίδια κόκκινη μύτη, με το ίδιο έλκηθρο και με τους ίδιους ταράνδους. Η μοναδική διαφορά, ήταν ότι αντί για την γνωστή κατακόκκινη στολή του, φορούσε μια πράσινη. Από το πλαϊνό δωμάτιο, όπου η γιαγιά της, η γυναίκα του Άγιου Βασίλη, μαγείρευε το φαγητό για τα ξωτικά, ακούστηκε ο ήχος της τηλεόρασης: «Έντονες είναι και φέτος, οι διαμαρτυρίες των οικολόγων σε όλο τον κόσμο για την κοπή εκατομμυρίων δέντρων, προκειμένου να διατηρηθεί το έθιμο των Χριστουγέννων που θέλει κάθε σπίτι να στολίζει ένα έλατο». Αμέσως, στο μυαλό της ήρθαν τα λόγια του παππού της, ο οποίος κάθε χρόνο καθώς επέστρεφε στο σπίτι τα ξημερώματα μετά την διανομή των δώρων, παραπονιόταν ότι από εκεί ψηλά που πετούσε, έβλεπε όλο και λιγότερα δέντρα κάτω στη γη. Ότι οι πάγοι στον Βόρειο Πόλο, έλιωναν όλο και πιο γρήγορα και ότι με μεγάλη του λύπη διαπίστωνε, ότι κάποια στιγμή θα ήταν αναγκασμένοι να μετακομίσουν ολόκληρο το εργαστήριο. Η μικρή Αμυρσώ πάγωσε. «Ώστε ένα έθιμο των Χριστουγέννων πληγώνει τη φύση;» αναρωτήθηκε και τα μάτια της γέμισαν με δάκρυα. Ένα χέρι της χάιδεψε το κεφάλι και μια αγκαλιά άνοιξε για να την κρατήσει. «Αμυρσώ…ξύπνα καλή μου, σε πήρε ο ύπνος μπροστά στην τηλεόραση» άκουσε την φωνή του πατέρα της. «Ώστε ήταν όνειρο» σκέφτηκε σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάτια της. «Τι όνειρο είδες;» την ρώτησε ο πατέρας της. Η Αμυρσώ όμως δεν είχε καιρό για χάσιμο. Σκέφτηκε ότι ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς. Σε λίγες ώρες ο Άγιος Βασίλης θα επισκέπτονταν και το δικό της σπίτι προκειμένου να της φέρει το δώρο της. Πήρε λοιπόν μολύβι και χαρτί και ζήτησε από τον πατέρα της να της γράψει έναν επείγον γράμμα προς τον Άγιο Βασίλη. «Τα Χριστούγεννα είναι γιορτή αγάπης» ξεκίνησε την υπαγόρευση και συνέχισε: «Αγάπης προς τους συνανθρώπους μας, τα ζώα και την φύση. Από την άλλη μεριά, υπάρχουν έθιμα που είναι συνδεδεμένα με την μαγεία των Χριστουγέννων. Όταν όμως τα έθιμα αυτά πληγώνουν την φύση, θα πρέπει είτε να τα σταματάμε είτε να τα αλλάζουμε. Πολλές φορές η εξέλιξη, υπαγορεύει την επιστροφή στο παρελθόν. Τότε που εσύ φορούσες πράσινα και που στα σπίτια στην πατρίδα μου, την Ελλάδα, στολίζανε αντί για δέντρα καραβάκια. Σκέψου την πρόταση μου Άγιε Βασίλη και του χρόνου ξεκίνα φορώντας πράσινα από τον Βόρειο Πόλο. Εγώ θα πω στους γονείς μου τους φίλους και τους συμμαθητές μου, να στολίζουμε καραβάκια από δω και πέρα κάθε Χριστούγεννα και να δεις που σε λίγα χρόνια θα πεις στην εγγονή σου την Αμυρσώ, ότι οι πλαγιές έχουν και πάλι περισσότερα δέντρα και ότι οι πάγοι στον Βόρειο Πόλο σταμάτησαν να λιώνουν. Έτσι, ίσως να μην χρειαστεί τελικά να μετακομίσεις το εργαστήριο.
      Με αγάπη Αμυρσώ»

      Κείμενο Αντώνης Ρεπανά

  7. Ο/Η machi λέει:

    Σου εύχομαι καποια στιγμη να γεμισεις τα ραφια των βιβλιοπωλείων …

  8. Ο/Η Ελενα Μαυροειδή λέει:

    Πάντα η αλήθεια στα παιδιά λεγόταν με παραμύθια.Το θέμα όμως είναι πόσοι γονείς & δάσκαλοι περιμένουν ρουσφέτια απ΄τους καλικάντζαρους? Πόσοι θα βρούν το θάρρος να ξεπεράσουν τις προσωπικές τους ματαιοδοξίες και να πουν το παραμύθι στα παιδιά χωρίς να φοβούνται οι ίδιοι? Οπως και να ΄ναι συνέχισε να γράφεις υπέροχα ανεκτίμητα διδακτικά παραμύθια κι ας κάνουμε μια ευχή όλοι, τα παιδιά των ελεύθερων και θαρραλέων που θα ακούσουν το παραμύθι, να το πούν και στ΄άλλα παιδάκια μήπως η καινούργια γενιά καταφέρει να σώσει τον κόσμο… ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ .

  9. Παράθεμα: maroula65 blog » Blog Archive » ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ ΔΕΜΕΝΗ…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s