Γιορτή… κυνηγών για τους ιδιωτικούς θηροφύλακες

(από τη σημερινή ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ)

Δημόσια εξουσία σε ιδιώτες εκχωρεί το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων με την απόφασή του να προσλάβει εκατοντάδες ιδιωτικούς θηροφύλακες.
«Δεν είναι δυνατόν να ανατίθενται καθήκοντα διαχείρισης, προστασίας και εκμετάλλευσης του δάσους και του φυσικού περιβάλλοντος σε ιδιωτικούς φορείς, που υποκαθιστούν τις λειτουργίες του κράτους» επισημαίνουν η Πανελλήνια Ενωση Δασολόγων, η Ενωση Ελλήνων Δασοπόνων και η Πανελλήνια Ομοσπονδία Δασοφυλάκων. Οι τρεις φορείς εξηγούν: «Με αυτές τις ενέργειες το μόνο που επιτυγχάνεται είναι η δημιουργία σύγχυσης στους πολίτες, η διασπορά αρμοδιοτήτων, η σπατάλη πόρων, μέσων και προσωπικού, και όλα αυτά μέσα σ’ ένα πλαίσιο με απρογραμμάτιστες και ασύνδετες λειτουργίες.

Την απόφαση του υπουργείου επιδοκιμάζει η Κυνηγετική Ομοσπονδία Ελλάδος θεωρώντας ότι έτσι θα προστατευθούν καλύτερα και τα δασικά οικοσυστήματα.

«Το υπουργείο κατάφερε άλλο ένα πλήγμα στην ήδη απαξιωμένη δασική υπηρεσία» λέει η Βάσω Νάκου από τους Οικολόγους Πράσινους.

«Η ιστορία έχει και προϊστορία» μας είπε ο Νίκος Μπόκαρης, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ενωσης Δασολόγων μιλώντας και για τους κυνηγετικούς συλλόγους: «Με νόμο από την εποχή της χούντας (86-69) καθορίστηκε οι κυνηγετικές οργανώσεις να διαχωριστούν σε συνεργαζόμενες και μη με το υπουργείο Γεωργίας. Οι συνεργαζόμενες είχαν (έχουν) ιδιαίτερα προνόμια, με κυριότερο τη διαχείριση πόρων από τις άδειες θήρας.

» Το ελάχιστο πάει στο κράτος και η μερίδα του λέοντος στις συνεργαζόμενες κυνηγετικές οργανώσεις που έχουν επίσης δικαίωμα (και με τα χρήματα που έχουν) να προχωρούν σε προκήρυξη θέσεων ιδιωτικών θηροφυλάκων. Που πάει να πει: Γιάννης πίνει Γιάννης κερνάει».

Από την άλλη, συνεχίζει ο πρόεδρος της Ενωσης «όταν βρεθεί κάποιος κυνηγός παραβάτης δεν αναγνωρίζει τον ρόλο του ιδιωτικού θηροφύλακα, με την αιτιολογία ότι δεν έχει το δικαίωμα άσκησης ελέγχου και δημόσιας εξουσίας, όπως αναφέρει και σχετική εγκύκλιος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου».

Με άλλα λόγια, το υπουργείο εκτός από το να ενισχύσει το πελατειακό του σύστημα, επί της ουσίας έκανε μια τρύπα στο νερό. Πώς να μη χαίρεται η Κυνηγετική Ομοσπονδία Ελλάδος;

ΦΙΛΗΣ ΚΑΪΤΑΤΖΗΣ

Advertisements
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

26 Responses to Γιορτή… κυνηγών για τους ιδιωτικούς θηροφύλακες

  1. Ο/Η Θανάσης λέει:

    Ο κυνηγοί είναι: Παρείσακτοι, παράταιροι, περιττοί…άρα μπορούμε να τους εξαφανίσουμε και δεν θα λείψουν σε κανέναν.

  2. Ο/Η Θανάσης λέει:

    Κυνηγός σκότωσε εν ψυχρώ θηροφύλακα
    ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009
    Τελευταία ενημέρωση: 06/09/2009 12:36

    Πρωτοφανές έγκλημα σημειώθηκε χθες στην Αμαλιάδα, όπου ένας λαθροκυνηγός πυροβόλησε εν ψυχρώ δύο θηροφύλακες, σκοτώνοντας τον έναν και τραυματίζοντας σοβαρά τον δεύτερο.

    Οι δύο θηροφύλακες πλησίασαν χθες το βράδυ τον 56χρονο κυνηγό κοντά στο χωριό Περιστέρι, προκειμένου να του επισημάνουν ότι το κυνήγι απαγορεύεται στην περιοχή. Εκείνος έστρεψε εναντίον τους το όπλο του και τους πυροβόλησε. Οι τραυματίες μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο Αμαλιάδος, όπου ο ένας υπέκυψε στα τραύματά του. Ο δεύτερος νοσηλεύεται σε σοβαρή κατάσταση στο 409 Νοσοκομείο Πατρών και, σύμφωνα με τους γιατρούς, ενδέχεται να χάσει την όρασή του.

    Η Αστυνομία συνέλαβε τον δράστη στο σπίτι του, όπου βρέθηκαν 5 όπλα.

    http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&artid=4534856&ct=1

  3. Ο/Η rixter λέει:

    Ε ΟΧΙ ΚΑΙ ΠΑΡΙΣΑΧΤΟΙ ΟΙ ΚΥΝΙΓΟΙ!!!!!!!!! ΑΝΤΕ ΓΙΑΤΙ ΣΑ ΠΟΛΥ ΜΑΣ ΤΗ ΜΠΑΙΝΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΑΤΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ

    • Ο/Η Θανάσης λέει:

      Είστε τελείως αταίριαστοι με το γύρω χώρο.
      Τον ασχημαίνετε τον χαλάτε.
      Σαν τοξικά είστε που διέρρευσαν και μολύνουν.

      • Ο/Η Γιαγκουλας .Φ. λέει:

        ΤΟ ΝΑ ΦΑΓΩΝΕΣΤΕ ΜΕΤΑΞΥ ΣΑΣ ( ΜΑΣ ) … ΣΥΜΦΑΙΡΕΙ ΜΟΝΟ ΣΕ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΓΙΑ ΙΔΙΟΤΕΛΕΙΣ ΣΚΟΠΟΥΣ … ΔΕΝ ΦΤΑΙΝΕ ΟΙ ΚΥΝΗΓΟΙ ΟΥΤΕ ΟΙ ΣΧΟΛΙΑΣΤΕΣ … ΑΥΤΟΙ ΤΟ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΥΝ … ΓΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΙΣΕΤΕ ΣΤΟ –Google– ΓΙΑΓΚΟΥΛΑΣ.Φ. η’ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΠΙΕΡΙΑ ΟΛΥΜΠΟΣ ….

  4. Ο/Η Θανάσης λέει:

    Γιαγκούλα, άσχετα με το ποιος φταίει περισσότερο ή λιγότερο ή καθόλου για την καταστροφή του περιβάλλοντος, εμείς δεν θέλουμε κυνηγούς.

  5. Ο/Η paulina λέει:

    Τα συχενομαι τα τσιρκα!Βασανίζουν τα ζώα!!Και απαγορευεται το κυνηγι…ΖΗΤΟ!!

  6. Ο/Η paulina λέει:

    Η φυση ειναι μαγευτικη αν την αφησεισ να σου δειξει…!Ειμαι πολυ φιλοζωη.Αγαπαω τα ζωα!Για αυτο δεν μου αρεσουν τα τσιρκα…Ναι δεν εχει διαφορα κολπα με ζωα αλλα τα βασανιζουν!!

  7. Ο/Η paulina λέει:

    ΠΩΣ ΝΑ ΠΕΡΙΓΡΑΨΕΙΣ ΤΙΣ ΟΜΟΡΦΙΕΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ Η ΦΥΣΗ /ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ Η ΔΥΣΗ/ΟΤΑΝ ΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑ ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ/ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΝΕΡΟ ΟΙ ΚΥΚΝΟΙ/ΤΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΚΑΝΑΜΕ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΕΚΕΙ ΠΑΝΩ/ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΤΑ ΚΥΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΥΤΗ ΤΗΝ ΑΜΜΟ/ΑΦΟΡΗΤΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ Η ΖΕΣΤΑΣΙΑ//ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΟΤΙΑ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΟΤΑΝ ΤΡΑΓΟΥΔΑ/ΟΙ ΚΑΜΠΟΙ ΟΙ ΑΠΕΡΑΝΤΟΙ ΜΕ ΤΑ ΟΜΟΡΦΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ/ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΤΑ ΓΛΥΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ/ΤΟΥ ΚΑΤΑΡΑΚΤΗ ΟΙ ΧΟΡΔΕΣ ΠΟΥ ΠΕΦΤΟΥΝ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ/ΟΥΡΑΝΙΑ ΤΟΞΑ Ο ΘΕΟΣ ΕΚΕΙ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΒΑΝΕΙ/ ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΠΟΥ ΠΕΦΤΕΙ ΑΠΑΛΑ ΑΠΟ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ /ΜΕ ΔΥΝΑΜΗ ΧΟΡΕΥΟΥΝΕ ΤΑ ΒΟΤΣΑΛΑ ΤΑ ΝΕΡΑ/ΤΑΓΚΟ ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ ΚΑΙ ΠΕΦΤΟΥΝ ΚΕΡΑΥΝΟΙ/ ΚΑΙ ΑΣΤΡΑΠΕΣ ΟΛΟΓΥΡΑ ΣΚΟΡΠΙΖΙΝΤΑΙ ΣΤΗ ΓΗ/ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΕΙΝΑΙ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΜΕ ΑΠΕΙΡΟΥΣ ΠΛΑΝΗΤΕΣ/ΕΝΩΝΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΑΤΑΓΜΑ ΔΥΟ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙΩΝ ΟΙ ΜΥΤΕΣ/ΟΛΑ ΤΟΣΟ ΥΠΕΡΟΧΑ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ/ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΑΓΓΙΞΕΙΣ…

  8. Ο/Η paulina λέει:

    Ποτέ δε θα πειράξω
    τα ζώα τα καημένα,
    μην τάχα σαν εμένα
    κι εκείνα δεν πονούν;
    Θα τα χαϊδεύω πάντα,
    προστάτης τους θα γίνω.
    Ποτέ δε θα τ’ αφήνω
    στους δρόμους να πεινούν.
    Ακόμα κι όταν βλέπω
    πως τα παιδεύουν άλλοι,
    εγώ θα τρέχω πάλι
    με θάρρος σταθερό,
    θα προσπαθώ με χάδια
    τον πόνο τους να γιάνω
    κι ό,τι μπορώ θα κάνω
    να τα παρηγορώ.

  9. Ο/Η paulina λέει:

    Ήθελα να ’χω ένα σπίτι εξοχικό
    μ’ έναν πολύ μεγάλο κήπο— όχι τόσο
    για τα λουλούδια, για τα δένδρα, και τες πρασινάδες
    (βέβαια να βρίσκονται κι αυτά· είν’ ευμορφότατα)
    αλλά για να ’χω ζώα. A να ’χω ζώα!
    Τουλάχιστον επτά γάτες— οι δυο κατάμαυρες,
    και δυο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεσι.
    Έναν σπουδαίο παπαγάλο, να τον αγρικώ
    να λέγει πράγματα μ’ έμφασι και πεποίθησιν.
    Aπό σκυλιά, πιστεύω τρία θα μ’ έφθαναν.
    Θα ’θελα και δυο άλογα (καλά είναι τ’ αλογάκια).
    Κι εξ άπαντος τρία, τέσσαρα απ’ τ’ αξιόλογα,
    τα συμπαθητικά εκείνα ζώα, τα γαϊδούρια,
    να κάθονται οκνά, να χαίροντ’ οι κεφάλες των.

    • Ο/Η Θανάσης λέει:

      Όχι τόσο για τα δέντρα και τα λουλούδια;
      Μα αν έχεις δέντρα θα έρχονται τα πουλιά και θα έχεις φωνές και κελαηδίσματα των ελεύθερων πουλιών.
      Το θέμα είναι να ακούς πουλιά ελεύθερα και όχι στο κλουβί.

  10. Ο/Η paulina λέει:

    ΜΠΡΑΒΟ ΒΡΕ ΘΑΝΑΣΑΡΕ ΠΟΥ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ!!!ΜΠΡΑΒΟ,ΜΠΡΑΒΟ!

  11. Ο/Η paulina λέει:

    Ποτέ δε θα πειράξω
    τα ζώα τα καημένα,
    μην τάχα σαν εμένα
    κι εκείνα δεν πονούν;
    Θα τα χαϊδεύω πάντα,
    προστάτης τους θα γίνω.
    Ποτέ δε θα τ’ αφήνω
    στους δρόμους να πεινούν.
    Ακόμα κι όταν βλέπω
    πως τα παιδεύουν άλλοι,
    εγώ θα τρέχω πάλι
    με θάρρος σταθερό,
    θα προσπαθώ με χάδια
    τον πόνο τους να γιάνω
    κι ό,τι μπορώ θα κάνω
    να τα παρηγορώ.

  12. Ο/Η paulina λέει:

    Kρύο βαρύ, χειμώνας όξω,
    τρέμουν οι φωτιές στα τζάκια·
    τώρα, ποιος τα συλλογιέται
    τα καημένα τα πουλάκια!

    Tα πουλάκια είναι στα δέντρα,
    τα πουλάκια είναι στα δάση,
    ― τα πουλάκια θα τα πάρει
    ο βοριάς που θα περάσει·

    η βροχή, και το χαλάζι,
    κι ο βοριάς που θα περάσει,
    ― και το χιόνι, που το παίρνουν,
    στις αυλές με το φαράσι…

    Kι αν η νύχτα είναι μεγάλη,
    κι έρχεται γιομάτη τρόμους,
    κι αν ο θάνατος, απόψε,
    φέρνει γύρα, μες στους δρόμους,

    κι αν η παγωνιά θερίζει,
    κι είναι δίχως ρουχαλάκια,
    δε βαριέσαι, ― ποιος θυμάται
    τα καημένα τα πουλάκια…

    Tα πουλάκια είναι στα δέντρα,
    τα πουλάκια είναι στα δάση,
    ― τα πουλάκια θα τα πάρει,
    ο βοριάς που θα περάσει·

    η βροχή, και το χαλάζι,
    κι ο βοριάς που θα περάσει,
    ― και το χιόνι, που το παίρνουν,
    στις αυλές, με το φαράσι…

    Στα παιδάκια είναι τα χάδια,
    στα παιδάκια, τα φιλάκια:
    τώρα, ποιος τα συλλογιέται
    τα καημένα τα πουλάκια;

    Kι όταν γίνει, πάλι, βράδυ,
    κι όλοι πάνε να πλαγιάσουν,
    να χωθούν μες στα κρεβάτια,
    μην τυχόν και ξεπαγιάσουν,

    τα πουλάκια τα καημένα,
    τα πουλάκια, τώρα, πέρα
    θα χαθούν, χωρίς ελπίδα
    να φανούν την άλλη μέρα…

  13. Ο/Η paulina λέει:

    Ποιο παιδί δεν αγαπά τα ζώα και ποιο παιδί από τα πιο μικρά του χρόνια δε λαχταρά ν’ αποχτήσει κάτι ζωντανό δικό του, καθαυτό δικό του; Χαίρεται να το νιώθει στην εξουσία του, να το φροντίζει για την τροφή του, να του καθαρίζει το κλουβί του, αν είναι πουλί, να του συγυρίζει το σπιτάκι του ή τη γωνιά του, αν είναι τετράποδο.
    Κι εγώ είχα την τύχη να περάσουν πολλά ζωντανά από τα παιδιάτικά μου χέρια, τα περισσότερα σταλμένα από συγγενείς και φίλους στον πατέρα μου για μένα. Θυμούμαι το πρώτο μου καναρίνι, ένα μαυριδερό πουλάκι, που μπήκε στο σπίτι μας φευγάτο από κάπου αλλού, και το πιάσαμε με μια βρεμένη πετσέτα. Βρέθηκε θηλυκό και δεν κελαηδούσε. Το λέγαμε Μαυρίκα και μόνον συλλάβιζε κάποτε σιγαλά σιγαλά, σα λόγια προσευχής, σαν ένα μονότονο Κύριε ελέησον. Αλλά το πρώτο ονειρευτό για μένα πουλί ήταν η καρδερίνα με τα πολύχρωμα φτερά της και τη μαύρη προσωπίδα, που την έβλεπα κάποτε περαστική στα δέντρα του κήπου μας και συχνότερα σε κλουβιά κρεμασμένα έξω από καφενεία και κουρεία. Πώς ήθελα ν’ αποχτήσω κι εγώ μια δική μου καρδερίνα! Και το κατόρθωσα. Με την ανταλλαγή μερικών γυαλένιων βόλων, την πήρα από ένα συμμαθητή μου και την κρέμασα θριαμβευτικά μέσα σ’ ένα αδειανό κλουβί, που έτυχε στο σπίτι μας. Αλλά δεν έζησε πολύ. Σε λίγες μέρες τη βρήκα ένα πρωί άψυχη, πεσμένη κάτω από το καλαμάκι που κοιμούνταν τις νύχτες. Με τι λύπη την πήρα και την έθαψα σε γλάστρα με γιασεμί, για να ’χει ανθισμένο μνήμα!
    Θυμούμαι κι έναν κότσυφα κιτρινομύτη με τη μια φτερούγα κομμένη. Μου τον είχε φέρει ο πατέρας μου από τις Γούβες,* τον καιρό που δεν είχα πάει ακόμα εκεί. Τον είχε τουφεκίσει, και τα σκάγια τού είχαν σπάσει μόνον τη φτερούγα χωρίς να πειράξουν το κορμί του. Δεν μπορούσε να καλοπετάξει, κι ο πατέρας μου τον έπιασε ζωντανό. Ήταν μικρό πουλί ακόμα. Λυπήθηκε να το σκοτώσει κι αποφάσισε να το γιατρέψει και να μου το φέρει μέσα σ’ ένα καλαμένιο κλουβί, που του έκανε ο ίδιος.
    Γιατρεύτηκε, μεγάλωσε, κιτρίνισε η μύτη του σαν κεχριμπαρένια πίπα και ημέρεψε τόσο, που του δίναμε φαΐ με το χέρι. Κελαηδούσε γλυκόφωνα, τεχνίτης της φλογέρας, και μόνο δεν εφρόντιζε καθόλου για την καθαριότητα του κλουβιού του και του τόπου που ήταν τριγύρω του: πολύ χωριατομαθημένος. Όλα του όμως συχωρεμένα για το σφύριγμά του. Τον είχα ένα χρόνο. Και πνίγηκε με μια μεγάλη ρώγα σταφυλιού, που δεν μπόρεσε να καταπιεί και του ’κλεισε το λαιμό.
    Ο πατέρας μου δεν έτυχε στο σπίτι την ώρα εκείνη. Όταν ήρθε και το ’μαθε, μου είπε:
    – Κρίμα στο πουλί! άδικα πήγε. Δεν του ζουλούσες λιγάκι το λαιμό, να σκάσει η ρώγα μέσα και να γλιτώσει!
    Κι ένας πράσινος παπαγάλος ήρθε κάποτε στα χέρια μου για λίγο καιρό. Είχε μεγάλο χάλι: μισομαδημένα φτερά, νυσταγμένα μάτια κι όλος γρουσουζιά. Το καθετί τον ενοχλούσεν, όταν ήθελα να του καθαρίσω το κλουβί, να του βάλω φαΐ και νερό. Μου είπε κάποιος, που κάτι ήξερε από παπαγάλους, πως ήταν θηλυκός και ηλικιωμένος. Ίσως γι’ αυτό είχε και μια φωνή στρίγκλικη σα γριά παράξενη. Δεν έζησε περισσότερο από πέντ’ έξι μήνες, και ξεψύχησε με το τελευταίο του γρουσούζικο ξεφωνητό. Δεν τον λυπήθηκα καθόλου, γιατί μου είχε δαγκώσει δυο τρεις φορές τα δάχτυλα, κι ούτε επιθύμησα ν’ αποχτήσω άλλον παπαγάλο.
    Και περιστέρια μου είχαν χαρίσει, που δεν έμειναν για πολύ καιρό και ξεφτερούγισαν αγύριστα, για μεγάλη χαρά των υπηρετριών, που δεν πρόφταιναν να καθαρίζουν στην αυλή τις αταξίες τους.
    Και μια πέρδικα στο καλαμένιο της κλουβί μού ήρθε λεβέντισσα από κάποιο αιγαιοπελαγίτικο νησί, για να με ξυπνά κάθε ξημέρωμα με το νοσταλγικό της κράξιμο προς τις κυματόδαρτες πλαγιές του νησιού της.
    Σκυλιά δεν έλειψαν ποτέ από το σπίτι μας. Συνομήλική μου ήταν η Κίρκη, μια πανάγαθη ασπρόμαυρη σκυλίτσα με μακριά σγουρά μαλλιά και κρεμαστά αυτιά, ράτσας γερμανικής, που είχε πρωτοφέρει η βασίλισσα Αμαλία. Συντρόφισσα των παιγνιδιών μου, που ποτέ δε φαντάστηκε πως μπορούσε να με δαγκώσει, κι όταν ακόμα την καταδίκαζα να σέρνει σαν υποζύγιο τα καροτσάκια μου, κι αν δυσκολεύουνταν τη χτυπούσα με μια βέργα για να κάνω τον τέλειον αμαξά. Μεγαλώσαμε μαζί και γέρασε, με τα δικά της όρια της ηλικίας, για να πεθάνει, όταν εγώ δεν ήμουν ακόμα δεκαπέντε χρόνων.
    Άλλη σκυλίτσα, κάτασπρη, μαλλιαρή, η Λητώ, είχε τραγικό τέλος, γιατί έδειξε σημάδια λύσσας, κι ο πατέρας μου αναγκάστηκε να τη σκοτώσει με μια τουφεκιά μες στο στόμα της, αφού όρμησε καταπάνω του κι άρπαξε με τα δόντια την κάνα του τουφεκιού.
    Kαθαυτό δικό μου σκυλί αργότερα ήταν η Mπουλότ, μια χοντρούλα σκύλα του κυνηγιού μαυριδερή, κοντόμαλλη. Tην ήθελα για να την πάρω μαζί μου στις Γούβες το καλοκαίρι, που ταχτικά πια μου είχεν υποσχεθεί, πως θα με παίρνει μαζί του ο πατέρας μου. Kαθώς όλα τα κυνηγιάρικα σκυλιά ήταν ζημιάρικο και σκανταλιάρικο. Tις παντόφλες του πατέρα μου κάποτε, παρμένες από κάτω από το κρεβάτι του, τις βρήκαμε στο περιβόλι, θαμμένες στη ρίζα μιας πορτοκαλιάς. Kαι το χειρότερο: ένα χρυσό και σμαλτωμένο ρολογάκι, νυφικό δώρο της μητέρας μου, ακουμπισμένο στο τραπεζάκι, ανασηκώθηκε στα πίσω πόδια, γιατί θ’ άκουσε το τικ-τακ, το πήρε στο στόμα και το μάσησε με τα δόντια της. Ύστερα απ’ αυτό δεν μπορούσε πια να μείνει στο σπίτι.
    Kατά καλή τύχη είχαν τότε φέρει στην Aθήνα για κάποια δουλειά τον επιστάτη των Γουβών, έναν παλιόν ενωματάρχη Hπειρώτη, και ήταν να φύγει τις μέρες εκείνες του Γενάρη για τις Γούβες. Tου δώσαμε λοιπόν την Mπουλότ μαζί του. Έτσι θα την έβρισκα το καλοκαίρι, και μάλιστα γυμνασμένη για το κυνήγι.
    Όταν φτάσαμε καβάλα με τον πατέρα μου και συνοδό τον επιστάτη μπροστά από τον Πύργο των Γουβών, η Mπουλότ, που κοιμούνταν φύλακας στην πέτρινη σκάλα, όρμησε κατ’ απάνω μου, που πήγαινα πρώτος, κι ο επιστάτης μού φώναξε:
    ― Πρόσεξε, μην πεζέψεις πριν έρθω κοντά, γιατί είναι πολύ άγρια και δαγκώνει.
    Aλλά μόλις άκουσε τη φωνή μου και τ’ όνομά της, αναστύλωσε τ’ αυτιά ξαφνιασμένη. Kι άμα πήρε μυρωδιά, πήδησε απάνω μου, πριν πεζέψω, φιλώντας τα πόδια μου, τα ρούχα μου, το χέρι μου, που της άπλωσα να τη χαϊδέψω. Kι από την ώρα εκείνη παράτησε τον επιστάτη κι αφοσιώθηκε σ’ εμένα. M’ ακολουθούσε και στα κυνήγια των λαγών και στους περιπάτους μου. Kάθουνταν μπροστά στα πόδια μου, όταν έμενα στον εξώστη του Πύργου, και δεν τολμούσε κανένας να με πλησιάσει.Tις νύχτες δεν κοιμούνταν στη σκάλα καθώς πριν, αλλά κάτω από το παράθυρό μου. Kι όταν ήρθε η ώρα να φύγω από τις Γούβες, ο επιστάτης αναγκάστηκε να τη δέσει για να μην έρθει μαζί. Kι άκουα από τ’ άλογο για πολλή ώρα στο δρόμο τα κλαψιάρικα γαβγίσματά της. Ήταν όμως κακό το τέλος της. Tο άλλο καλοκαίρι δεν την βρήκα στον πύργο να ’ρθει να με προαπαντήσει, κι ο επιστάτης μού είπε, πως την είχαν σκοτώσει, γιατί είχε πάρει την κακή συνήθεια, να σηκώνει τις κλώσσες από τις φωλιές και να τρώει τ’ αυγά τους. Eίχε ρημάξει τις νοικοκυράδες του χωριού, κατά τη φράση του επιστάτη.
    Από το ζωολογικό μου κήπο πέρασαν κι άλλα ζωντανά:
    Μια χελώνα μεγάλη, που την έφερε ο γαλατάς μας για να τρώει τους ψύλλους! Εκείνη όμως θεωρούσε θρεπτικότερη τροφή τα χόρτα του κήπου και τα πίτουρα των ορνίθων. Για λίγον καιρό είχα κι ένα σκαντζόχοιρο μικρό, τρόφιμο κι αυτόν του κοτετσιού, που αψηφούσε τα τσιμπήματα του πετεινού, εχθρού του θανάσιμου.
    Απόχτησα κι έναν λαγό, που μου τον έστειλαν αλυσοδεμένο σα σκλάβο, γιατί το σκοινί το ’κοβε με τα δόντια. Ο κακόμοιρος, περνούσε τις πληχτικές ώρες του τρυπωμένος σε μια γωνιά του πλυσταριού. Δεν ξέρω πώς, μια μέρα, μου ήρθε η λαμπρά ιδέα να του κάνω λουτρό στη σκάφη, γιατί είχε μουντζουρωθεί από το τζάκι. Εκείνος όμως, ασυνήθιστος σε τέτοιες φροντίδες, άρχισε να τινάζεται και να κλοτσά, και με μούσκεψε με το νερό της σκάφης. Για να μη με καταλάβουν, ανέβηκα στην ταράτσα να στεγνώσω. Αλλά δε στέγνωσα καλά κι αναγκάστηκα να πω το κατόρθωμά μου, για να μ’ αλλάξουν ρούχα. Την άλλη μέρα ξύπνησα συναχωμένος, και την αιτία αναζήτησαν στο λουτρό του λαγού. Για να μην το επαναλάβω, ίσως και γιατί λέρωνε το πλυσταριό, ο πατέρας μου τον καταδίκασε σε θάνατο και μαγείρεμα, χωρίς εγώ να το μάθω –προφυλαγμένος για το συνάχι στην κάμαρά μου– παρά ύστερα από πολλές μέρες. Μου είπαν μάλιστα, στην αρχή, πως τον είχαν δώσει αλλού ζωντανόν.
    Πρώτη φορά γνώρισα τότε από μακριά και τη Σκύρο, που τόσο πολύ γνωρίστηκα μαζί της τα κατοπινά χρόνια της ζωής μου. Κάποιος φίλος του πατέρα μου του έφερε από κει ένα αγριόγιδο για μένα. Το είχαμε κι αυτό δεμένο παράμερα στο περιβόλι, για να μην κάνει ζημιά στα σπαρμένα λουλούδια. Όμως κάποτε έκοψε το σκοινί του και καταπάτησε κι έφαγε τα νεόβλαστα ζουμπούλια, που τα είχαμε σαν το πολυτιμότερο πετράδι. Κι έτσι αναγκαστήκαμε να το δώσομε σε κάποιον που είχε μεγάλο χτήμα στην Κολοκυθού. Ούτ’ έμαθα ποτέ τι απόγινε…
    Αλλά το πιο χαριτωμένο ζωντανό χάρισμα που έλαβα, ήταν δυο άσπρα πλουμιστά μοσχοπόντικα, σα μικρά κουνελάκια με κοντά αυτιά. Τόσο ήμερα, που γύριζαν ελεύθερα στο σπίτι από κάμαρα σε κάμαρα κι έτρωγαν από το χέρι μου ψωμί. Ένα πρωί όμως τα βρήκαν πνιγμένα και μισοφαγωμένα από κάποια ξένη γάτα, που είχε τρυπώσει τη νύχτα στο σπίτι μας.
    Το μόνο σπιτικό ζώο που δε συμπαθούσα ποτέ κι ούτ’ επιθύμησα να το αποχτήσω δικό μου, ήταν η γάτα. Τίποτε καλό δεν έκανε, παρά να τρώει τα ποντίκια, και τα κακά κι οι ζημίες της δε μετριούνταν. Και πρώτα πρώτα, ο χειρότερος εχθρός του περιβολιού: μας αφάνιζε τα τρυφερά φυτώρια. Έπειτα, κυνηγούσε τα σπουργίτια και τ’ άλλα πουλάκια, που πολλές φορές τα πήρα από τα δόντια της μισοφαγωμένα, και είχε όλη την όρεξη ν’ απλώσει τα νύχια της και στα πουλιά του σπιτιού, αν ήταν χαμηλότερα κρεμασμένα τα κλουβιά τους. Τις νύχτες με ξυπνούσαν τα νιαουρίσματά της στην αυλή και στον τοίχο της μάντρας. Τα χέρια μου ήταν συχνά τζαγκρουνισμένα, αν τύχαινε ν’ απλώσω για να τη χαϊδέψω. Καμιά αφοσίωση σ’ εκείνους που την έτρεφαν και τη φρόντιζαν στο σπίτι. Γενικά, μου έκανε την εντύπωση, όχι πως ήταν αυτή δική μας, αλλά πως μας θεωρούσε εμάς της υπηρεσίας της. Ο τύπος της απιστίας και της αχαριστίας. Η αντίθεση του σκυλιού. Γι’ αυτό κι η θανάσιμη έχθρα των δυο ζώων μεταξύ τους.
    Αλλά το ζώο που περισσότερο απ’ όλα λαχταρούσα να είχα από τα πιο παιδιάτικά μου χρόνια, δεν ευτύχησα να το αποχτήσω ποτέ: ένα αλογάκι καρυστινό. Καρυστινά τά ’λεγαν, ενώ πολύ αργότερα τα είδα στην πατρίδα τους τη Σκύρο, κοπαδιαστά κι ελεύθερα, και μου θύμισαν τον παιδιάτικο πόθο. Δυο πλουσιόπαιδα συνομήλικά μου, που κατοικούσαν κοντά στην Πλάκα, είχαν και καβαλίκευαν δυο τέτοια αλογάκια. Κι από τότε που τα είδα δεν εκαταδεχόμουν πια τα ψεύτικα, τα ξύλινα, που μου χάριζαν την Πρωτοχρονιά. Ήθελα ένα αλογάκι αληθινό. ― Ο πρώτος ανεκπλήρωτος πόθος της ζωής μου!

    • Ο/Η Θανάσης λέει:

      Ποιο παιδί δεν αγαπά τα ζώα και ποιο παιδί από τα πιο μικρά του χρόνια δε λαχταρά ν’ αποχτήσει κάτι ζωντανό δικό του, καθαυτό δικό του; Χαίρεται να το νιώθει στην εξουσία του, να το φροντίζει για την τροφή του, να του καθαρίζει το κλουβί του, αν είναι πουλί, να του συγυρίζει το σπιτάκι του ή τη γωνιά του, αν είναι τετράποδο.
      ——————————
      Συμπέρασμα: Ο άνθρωπος από παιδί ακόμα είναι σκάρτος. ΄΄Αγαπάει΄΄ με τρόπο βλαβερό, κτητικό. Θέλει να κατέχει και να εξουσιάζει τις ζωές των άλλων, δεν ξέρει να σέβεται την ελευθερία.

  14. Ο/Η paulina λέει:

    Αγαπητοί μου,

    Από τη γειτονιά μάς έδωσαν ένα γατάκι. Ένα χαριτωμένο άσπρο γατάκι, θηλυκό –αλλά με πολύ μακριά… μουστάκια– εξυπνότατο και ζωηρότατο. Μας τρέλανε όλους το διαβολάκι! Δεν τ’ αφήνουμε από τα χέρια, το διαμφισβητούμε, το ταΐζουμε, το πλένουμε, το παίζουμε, τη νύχτα το παίρνουμε και στα κρεβάτια μας. Τρέμουμε για τη ζωή του, τη μικροσκοπική αυτή ζωούλα, ζήτημα μιας… πατησιάς. Μια μέρα, λαίμαργο καθώς είναι, άρπαξε ένα κομμάτι ψίχα-ψωμί… χρωματιστό –η κόρη μου που ζωγραφίζει, σκούπιζε μ’ αυτό τα χρώματά της. Πού να του το πάρουμε απ’ το στόμα! Το κατάπιε στη στιγμή. Σε λίγο φάνηκαν τα συμπτώματα μιας μικρής δηλητηριάσεως. Φοβηθήκαμε πως δε θα τη γλίτωνε, κι ετοιμαζόμαστε πια να κλάψουμε τον πρόωρο κι άδικο αυτόν θάνατο σαν ένα μεγάλο δυστύχημα… Αλλά, προς μεγάλη μας χαρά, το γατάκι έζησε –εφτάψυχο πάλι– κι από το ίδιο βράδυ ξανάρχισε τα καμώματά του, τα παιχνίδια του, τις κατεργαριές του, τις τρέλες του, τις αταξίες του…
    Να σας περιγράψω τώρα αυτά τα καμώματα, το θεωρώ ολωσδιόλου περιττό. Έχετε και σεις γατάκια και τα ξέρετε […]. Ένα μόνο θα σας πω: πως το γατάκι μου είναι πιο όμορφο και πιο έξυπνο από κάθε άλλο στον κόσμο, επομένως κι απ’ τα δικά σας. Είν’ ένα γατάκι εξαιρετικό, «υπερφυσικό» μπορώ να πω. Το μαρτυρούν τα μουστάκια του και τα μάτια του, που όσο χρονών άνθρωπος είμαι, ποτέ μου δεν είδα σε γατάκι δυο μηνών μακρύτερα, μεγαλύτερα, φωτεινότερα. Και σας παρακαλώ να το πάρετε απόφαση: αυτό δεν εννοώ να το συζητήσω με κανένα. Ούτε να ζηλέψετε πρέπει που έχω καλύτερο γατάκι από σας, ούτε να μου κακιώσετε που σας το λέω έτσι ορθά κοφτά.
    Ναι, αλλ’ αυτό το έκτακτο γατάκι είναι τάχα κι ευτυχισμένο;… Σεις τώρα θα νομίζετε πως είναι, και πολύ. Αφού τ’ αγαπούμε όλοι τόσο, αφού έχει ένα ολάκερο σπίτι δικό του, αφού μπορεί να τρώει, να κοιμάται και να παίζει όσο θέλει, τί του λείπει για μια τέλεια γατίσια ευτυχία;… Αλήθεια· κι εγώ αυτή την ιδέα είχα ώς προχτές. Είδα όμως πως ήμουν γελασμένος: Το γατάκι μας δεν είναι τέλεια ευτυχισμένο! Κάτι του λείπει. Κι αυτό είναι η συντροφιά των δικών του, των ομοίων του –η αγκαλιά, το γάλα κι η περιποίηση της μητέρας του, τα χάδια, τα παιχνίδια και τα μαλωματάκια των αδελφών του. Δε νομίζετε πως είναι πολύ σπουδαίο αυτό που του λείπει, και πως τίποτα, καμιά ανθρώπινη αγάπη και φροντίδα δεν μπορεί να το αντικαταστήσει;
    Στο σπίτι μας, αυτό τον καιρό, δεν υπάρχει άλλη γάτα από την Πίσσα. Αλλά η Πίσσα ζήλεψε το γατάκι, κι όταν το ’βλεπε μπροστά της, του έκανε γρρρ! Της είπαμε: «Δεν ντρέπεσαι, γάτα εσύ μεγάλη, μαύρη κι ένδοξη, να ζηλεύεις ένα μικρό, άσπρο κι άδοξο γατάκι; Τι πως το κανακεύουμε; Και σένα σε κανακεύαμε όταν ήσουν μικρή». Του κάκου! Η ζηλιάρα εξακολουθούσε τους απειλητικούς της γρυλισμούς. Φοβηθήκαμε μην του βγάλει τα μάτια, μη μας το αγριέψει –τόσο ήμερο που δε λέγεται!– και δεν αφήνουμε πια την Πίσσα ν’ ανεβαίνει απάνου, όπου το γατάκι ζει περιορισμένο θέλοντας και μη, γιατί σκάλες δεν κατεβαίνει ακόμα. Έτσι δε βλέπει κανένα δικό του, ούτε φίλο, ούτε εχθρό. Μόνο ανθρώπους.
    Προχτές λοιπόν είδ’ έναν: Είδε τον… ίδιο τον εαυτό του στον καθρέφτη. Κι είναι αδύνατο να φαντασθείτε την έκπληξη και τη χαρά του! Άρχισε αμέσως να μυρίζει, να φιλά, να γλείφει και να ορμά για παιχνίδια. Με μεγάλη απορία που έτρωγε τα μούτρα του στο γυαλί, κοίταζε από πίσω ν’ ανακαλύψει τον απρόοπτο και παράξενο αυτόν σύντροφο. Έπειτα ξαναγύριζε και ξανάρχιζε τις δοκιμές. Επιτέλους είδε, κατάλαβε πως το γατάκι τού καθρέφτη δεν ήταν σαν τ’ άλλα που θα θυμόταν απ’ το σπίτι του –δεν πιανόταν, δεν αγγιζόταν, νά!– και τ’ άφησε για να παίξει μαζί μας. Αλλά δεν απελπίσθηκε, δεν τ’ άφησε για πάντα. Κάθε λίγο το θυμόταν και ξαναγύριζε να το βλέπει. Θα ’λεγες πως του ’φτανε κι αυτό για να παρηγοριέται…
    Έτσι, προ ολίγου, είδα μιαν εικόνα που με συγκίνησε πολύ: Ζητούσα το γατάκι, που δε φαινόταν και δεν ακουγόταν καθόλου. Και το βρήκα ξαπλωμένο στη ράχη μιας πολυθρόνας που ήταν πολύ κοντά στη ντουλάπα, με τη μουρίτσα του κολλημένη στο γυαλί του καθρέφτη! Πλησίασα σιγά σιγά κι είδα πως δεν κοιμόταν: κάθε τόσο μισάνοιγε τα μάτια του και κοίταζε το άλλο γατάκι που, ξαπλωμένο κι αυτό στη ράχη μιας πολυθρόνας, είχε τη μουρίτσα του τόσο κοντά στη μουρίτσα του άλλου –ένα γυαλί, ένα κρύο σκληρό γυαλί τις χώριζε– και μισάνοιγε τα μάτια του και το κοίταζε στα μάτια… Ω, ναι! του έφτανε κι αυτό για να παρηγοριέται το δυστυχισμένο μου γατάκι!
    Πώς το λυπήθηκα! Κι όταν είδα ύστερα τη γυναίκα μου να το πλένει με νερό, σαπούνι και πανάκι, κι εκείνο ν’ αντιστέκεται σ’ ένα τόσο αφύσικο για γάτα πλύσιμο, της είπα:
    – Δεν το δίνουμε πίσω στη μητέρα του; Εκείνη, με τη γλωσσίτσα της και το σάλιο της, το πλένει πολύ καλύτερα, και χωρίς να το βασανίζει.
    – Σπουδαίο βάσανο! μου αποκρίθηκε. Έπειτα, πόσο θα βαστάξει; Αύριο θα μεγαλώσει και θα πλένεται μονάχο.
    Αλήθεια· αύριο το γατάκι μας θα μεγαλώσει, θα παίρνει το λουτρό του μονάχο του, θα ’χει φιληνάδα την Πίσσα, θα πηγαίνει κάτω, θα βγαίνει έξω, θα ξαναϊδεί τη μητέρα του και τ’ αδέλφια του, θα πιάσει κι άλλες φιλίες στη γειτονιά. Μα ίσως ούτε και τότε δε θα ’ναι τέλεια ευτυχισμένο: Θα του λείψουν τα χάδια τα δικά μας, που δεν μπορεί να τα ’χει όπως τώρα που είναι μωρό. Εκτός πια αν είναι σωστό εκείνο που λένε πολλοί, πως αντίθετα δηλαδή προς το σκύλο, η γάτα δεν παρανοιάζεται για τα χάδια των ανθρώπων…

  15. Ο/Η paulina λέει:

    Αντε να βλεπω σχολια

    • Ο/Η Θανάσης λέει:

      Το ανθρώπινο είδος προκαλεί δυστυχία σε όλα τα είδη ζώων με ποικίλους τρόπους για ποικίλους λόγους.
      Είναι το τέρας του σύμπαντος!

  16. Ο/Η paulina λέει:

    !!!ΑΝΤΕ!…

  17. Ο/Η paulina λέει:

    Καλημέρα, Ψιψίνα,
    Μ’ αρέσεις πολύ.
    Έχεις μαύρα μουστάκια
    Και γούνα απαλή.
    Όταν ψάρι μυρίζεις
    Που ψήνει η κυρά,
    Τριγυρνάς, νιαουρίζεις,
    Μ’ ορθή την ουρά.

    Καληνύχτα, Ψιψίνα.
    Σιμά στη φωτιά
    Με τις σπίθες αστράφτει
    Η χρυσή σου ματιά.
    Τα ποντίκια κρυφτήκαν,
    Ο αέρας περνά.
    Κουλουριάσου, Ψιψίνα,
    Κοιμήσου ξανά.

    • Ο/Η Γιαγκουλας.Φ. λέει:

      paulina και Θαναση ….
      Δεν κουραστικατε ακομη με τα λογια ….
      Πολυ κουλτουριαρικα βρε παιδια μου φαινονται ολα αυτα που γραφετε …
      Καιρος ειναι να μπητε στην πραξη …
      Τι να κανετε ?
      Παρτε απο ενα παλουκι και κυνηγιστε τους (αρχηγους )…
      Αλλα ξεχασα εσεις δεν ειστε Κυνηγοι …
      Βλεπετε που χρειαζοντε και οι κυνηγοι για να κυνηγισουν τους ΑΡΧΗΓΟΥΣ
      που ειναι υπευθηνοι για την καταστροφη του Περιβαλλοντος !!!!
      Τελος παντων…Και αυτο που κανετε κατι ειναι … Απο το τιποτα ….

  18. Ο/Η Γιαγκουλας.Φ. λέει:

    Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010 Αναρτηθηκε απο ΛΕΥΤΕΡΙΑ
    Ο ανθρώπινος νόμος της ζούγκλας…
    thumb
    Από το Στραβόξυλο
    Στην Ελλάδα του 2010 υπάρχουν τόσο πολλά πράγματα για να αγανακτήσει και να ντραπεί κάποιος, που ίσως το παρακάτω θέμα να φανεί εντελώς ασήμαντο. Ασήμαντο σε μια κοινωνία που ζει στο φόβο, στο άγχος, στην οργή, στη λαμογιά. Σε μια κοινωνία που σιγά σιγά μετατρέπεται σε ζούγκλα και που αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως ζώα.
    Και βέβαια σε μια τέτοια κοινωνία τι ευαισθησία να περιμένει κάποιος για τα ίδια τα ζώα; «Καμία» είναι η «αυτονόητη» απάντηση… Γι αυτό και στην Ελλάδα του 2010 ένας θηροφύλακας με ευαισθησία, που βρήκε ένα τραυματισμένο ζαρκάδι στην Πτολεμαϊδα, δεν μπόρεσε να βρει καμία «αρμόδια» αρχή να το βοηθήσει…
    Το δασαρχείο Κοζάνης δήλωσε αναρμόδιο, η Κτηνιατρική Υπηρεσία Καστοριάς δήλωσε ανήμπορη και η Κτηνιατρική Κλινική του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου δήλωσε ότι απολυμαίνεται και δεν δύναται…
    Στην Ελλάδα του 2010 κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει ούτε ένα τραυματισμένο ζαρκάδι… Γιατί στην Ελλάδα του 2010 κανείς δεν θέλει να θυμάται ότι ο πολιτισμός μιας χώρας κρίνεται από το πώς αντιμετωπίζει τα παιδιά, τους φυλακισμένους και τα ζώα…

    ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ ΙΣΟΥΤΕ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΡΟΦΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΥΤΟΥ….
    ΣΥΝΗΘΩΣ ΑΥΤΟ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΚΑ ΚΑΘΕΣΤΟΤΑ….

    Γραψτε στο Google Γιαγκουλας.Φ. ‘η’ Οκολογικα προβληματα στα βουνα Πιερια Ολυμπος

    Θοδωρος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s